|
|
|
|
|
|
|
 
 
ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΝΕΤ


Newsletter
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (από 08.08.2016) » ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ » ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ » Επουσιώδεις τροποιήσεις

Εκτύπωση
+
A
-

Επουσιώδεις τροποιήσεις

Ι. Η διάταξη

ΙΙ. Περιπτώσεις ουσιώδους τροποποίησης
1. Τροποποίηση που θα προσέλκυε διαφορετικούς υποψηφίους
2. Αλλαγή οικονομικής ισορροπίας υπέρ του αναδόχου
3. Επέκταση του αντικειμένου της σύμβασης
4. Μη επιτρεπτή υποκατάσταση αναδόχου

III. Έργα- Μελέτες



Ι. Η διάταξη
Οι συμβάσεις και οι συμφωνίες-πλαίσιο μπορούν να τροποποιούνται χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης όταν οι τροποποιήσεις, ανεξαρτήτως της αξίας τους, δεν είναι ουσιώδεις κατά την έννοια της παρ. 4. (άρθρο 132 παρ.1ε Ν.4412/2016)

Η τροποποίηση σύμβασης ή συμφωνίας-πλαίσιο κατά τη διάρκειά της θεωρείται ουσιώδης κατά την έννοια της περίπτωσης ε' της παρ. 1, εφόσον καθιστά τη σύμβαση ή τη συμφωνία-πλαίσιο ουσιωδώς διαφορετική, ως προς τον χαρακτήρα, από την αρχικώς συναφθείσα.

Σε κάθε περίπτωση, με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, μία τροποποίηση θεωρείται ουσιώδης όταν πληροί μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η τροποποίηση εισάγει όρους οι οποίοι, εάν είχαν αποτελέσει μέρος της αρχικής διαδικασίας σύναψης σύμβασης, θα είχαν επιτρέψει τη συμμετοχή διαφορετικών υποψηφίων από αυτούς που επιλέχθηκαν αρχικώς ή στην αποδοχή άλλης προσφοράς από εκείνη που επελέγη αρχικώς ή θα προσέλκυαν και άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία σύναψης σύμβασης,
β) η τροποποίηση αλλάζει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαίσιο υπέρ του αναδόχου, κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο,
γ) η τροποποίηση επεκτείνει σημαντικά το αντικείμενο της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαίσιο,
δ) όταν νέος ανάδοχος υποκαθιστά εκείνον στον οποίο είχε ανατεθεί αρχικώς η σύμβαση σε περιπτώσεις διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στην περίπτωση δ' της παραγράφου 1. (άρθρο 132 παρ.4 Ν.4412/2016)

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 132 του ν. 4412/201645 καθορίζονται τα κριτήρια που καθιστούν την τροποποίηση της αρχικής σύμβασης ουσιώδη, ήτοι τροποποίηση που επιτάσσει την εκκίνηση νέας διαδικασίας σύναψης σύμβασης έκ μέρους της αναθέτουσας αρχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, οι οποίες ενσωματώνουν τις αντίστοιχες ρυθμίσεις των Οδηγιών, η τροποποίηση της σύμβασης, κατά τη διάρκειά της, θεωρείται ουσιώδης με την έννοια ότι καθιστά τη σύμβαση ουσιωδώς διαφορετική, ως προς τον χαρακτήρα, από την αρχικώς συναφθείσα στις ανωτέρω περιπτώσεις (α) έως (δ), οι οποίες μπορεί να συντρέχουν εναλλακτικά και δεν απαιτείται η σωρευτική συνδρομή τους.  (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

Επιτρεπτές τροποποιήσεις της σύμβασης είναι, εφόσον δεν εμπίπτουν σε οποιασδήποτε άλλη περίπτωση από αυτές που εκτέθηκαν ανωτέρω (Α, Β, Γ, Δ), ή της περίπτωσης (ΣΤ) που ακολουθεί, και οι μη ουσιώδεις τροποποιήσεις αυτής, όπως ρητά αναφέρεται στη διάταξη της περ. ε της παρ. 1 του άρθρου 132 του ν. 4412/2016.

Ως μη ουσιώδης τροποποίηση της σύμβασης νοείται κάθε άλλη περίπτωση τροποποίησης αυτής, η οποία δεν είναι ουσιώδης, όπως η έννοια αυτή έχει διαμορφωθεί νομολογιακά από το Δικαστήριο και έχει αποτυπωθεί στις διατάξεις των Οδηγιών, καθώς και στις αντίστοιχες εθνικές ρυθμίσεις και παρουσιάζεται αναλυτικά στην Ενότητα IV. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


ΙΙ. Περιπτώσεις ουσιώδους τροποποίησης

1. Τροποποίηση που θα προσέλκυε διαφορετικούς υποψηφίους
H τροποποίηση εισάγει όρους οι οποίοι, εάν είχαν αποτελέσει μέρος της αρχικής διαδικασίας σύναψης σύμβασης, θα είχαν επιτρέψει τη συμμετοχή διαφορετικών υποψηφίων από αυτούς που επιλέχθηκαν αρχικώς ή στην αποδοχή άλλης προσφοράς από εκείνη που επελέγη αρχικώς ή θα προσέλκυαν και άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία σύναψης σύμβασης,
 
Η ως άνω συνθήκη τυγχάνει εφαρμογής όταν, μετά τη σύναψη της σύμβασης και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη αλλάζουν έναν ή περισσότερους όρους της (πχ τον χρόνο παράδοσης, τις υποχρεώσεις του αναδόχου κλπ) οι οποίοι, εάν είχαν αποτελέσει μέρος της αρχικής διαδικασίας σύναψης της σύμβασης, ήτοι αν περιλαμβάνονταν στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης (προκήρυξη, διακήρυξη, ΕΕΕΣ κλπ), θα είχαν επηρεάσει την πορεία της διαδικασίας με μία από τις ακόλουθες μορφές:
 
-θα είχαν επιτρέψει τη συμμετοχή διαφορετικών υποψηφίων από αυτούς που επιλέχθηκαν αρχικά. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά μόνο στις διαδικασίες που προβλέπουν προεπιλογή των υποψηφίων (κλειστή διαδικασία, ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, ανταγωνιστικό διάλογο & σύμπραξη καινοτομίας), κατά τη φάση υποβολής αιτήσεων συμμετοχής ή
-θα είχαν οδηγήσει στην αποδοχή άλλης προσφοράς, από αυτή που τελικώς επιλέχθηκε ή
-θα είχαν προσελκύσει και άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία σύναψης της σύμβασης

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης αλλαγή ουσιωδών όρων αυτής θα είχε επηρεάσει το αποτέλεσμα της διαδικασίας, με μία από τις παραπάνω μορφές.

Επισημαίνεται ότι οι εν λόγω περιπτώσεις δεν απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή έστω και μίας από αυτές για να στοιχειοθετήσει ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης.

Περαιτέρω, είναι προφανές ότι οποιαδήποτε αλλαγή του αντικειμένου ή της φύσης της αρχικής σύμβασης, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της (πχ. από σύμβαση προμηθειών σε σύμβαση υπηρεσιών ή έργου και το αντίστροφο ή αντικατάσταση του [x] είδους από το [ψ] είδος) συνιστά ουσιώδη τροποποίηση αυτής, εκτός αν πληροί τις σωρευτικές προϋποθέσεις για να ενταχθεί σε μία από τις ρητά επιτρεπτές τροποποιήσεις της σύμβασης (πχ. απρόβλεπτες περιστάσεις κλπ).
 
Τέλος, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, η αλλαγή που επέρχεται στην αρχική σύμβαση με μεταγενέστερη τροποποίηση αυτής, ως προς την κατανομή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μεταξύ του αναδόχου και της αναθέτουσας αρχής, αποτελεί ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, καθώς ένας τέτοιος όρος, αν είχε εξαρχής περιληφθεί στα έγγραφα της σύμβασης, θα είχε επηρεάσει ενδεχομένως τη συμμετοχή των οικονομικών φορέων και το αποτέλεσμα της διαδικασίας. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)
 
Παραδείγματα
Σε ανοικτή διαδικασία σύναψης σύμβασης προμήθειας οχημάτων, είχε τεθεί ως περιβαλλοντικό κριτήριο ανάθεσης της σύμβασης το ύψος εκπομπής ρύπων των προσφερόμενων οχημάτων και ο ανάδοχος της σύμβασης στην προσφορά του είχε λάβει τη μεγαλύτερη βαθμολογία στο κριτήριο αυτό, καθώς προσέφερε οχήματα με τη χαμηλότερη εκπομπή ρύπων. Ωστόσο, κατά την πορεία εκτέλεσης της σύμβασης, τροποποιείται ο σχετικός συμβατικός όρος, ώστε να επιτρέπεται διπλάσια εκπομπή ρύπων από την προσφερόμενη, καθώς τα οχήματα που προμήθευσε ο ανάδοχος είχαν μεγαλύτερο ποσοστό εκπομπής ρύπων από αυτό που είχε δηλώσει στην προσφορά του. Είναι προφανές ότι ο εν λόγω όρος αποτελεί ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, καθώς, θα είχε ενδεχομένως αλλάξει το αποτέλεσμα της διαδικασίας και θα είχε οδηγήσει στην αποδοχή άλλης προσφοράς.

Σε κλειστή διαδικασία για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών ανάπτυξης πληροφοριακού συστήματος, στην πρόσκληση υποβολής αιτήσεων συμμετοχής είχε τεθεί ως κριτήριο αξιολόγησης της τεχνικής ικανότητας των συμμετεχόντων ένας ελάχιστος αριθμός προσωπικού και διευθυντικών στελεχών, τον οποίο ο ανάδοχος δήλωσε στο ΕΕΕΣ ότι διαθέτει. Ωστόσο μετά την ανάθεση της σύμβασης και στο στάδιο της εκτέλεσής της, η αναθέτουσα αρχή διαπιστώνει ότι διαθέτει μικρότερο αριθμό προσωπικού από τον δηλωθέντα και παρ' όλα αυτά η σύμβαση εξακολουθεί να εκτελείται από τον ανάδοχο, χωρίς η αναθέτουσα αρχή να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, γιατί η αποδοχή μικρότερου αριθμού προσωπικού από τον απαιτούμενο στα έγγραφα της σύμβασης θα άλλαζε εν δυνάμει τους όρους συμμετοχής και ανταγωνισμού με τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη διαδικασία περισσότερων ή διαφορετικών υποψηφίων.

Δήμος έχει συνάψει δημόσια σύμβαση έργου για την κατασκευή δημοτικού κλειστού γυμναστηρίου με χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου 18 μήνες από τη σύναψη της σύμβασης, όρος ο οποίος είχε περιληφθεί και στη σχετική προκήρυξη που απεστάλη στην επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. Αμέσως μετά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης τροποποιεί το χρονοδιάγραμμα περάτωσης του έργου σε 36 μήνες αντί των 18, χωρίς μάλιστα την επίκληση οποιουδήποτε λόγου για τη συγκεκριμένη τροποποίηση.  Είναι προφανές ότι εν προκειμένω πρόκειται για τροποποίηση ουσιώδους όρου της αρχικής σύμβασης, καθώς, εάν στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης είχε οριστεί χρόνος υλοποίησης 36 μηνών αντί 18, θα είχαν, ενδεχομένως, συμμετάσχει και άλλοι οικονομικοί φορείς, οι οποίοι δεν υπέβαλαν προσφορά, γιατί δεν μπορούσαν να εκτελέσουν το έργο στο χρονικό διάστημα των 18 μηνών.

Σε σύμβαση σύμβασης εκπόνησης κοινωνικής μελέτης, με μεταγενέστερη απόφαση της  αναθέτουσας αρχής, τροποποιείται ο όρος αυτής, ως προς την κατανομή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, με την έννοια ότι, ενώ στην προκήρυξη του διαγωνισμού αναφερόταν ρητά ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας της παραχθησόμενης μελέτης θα μεταβιβαστούν εξ ολοκλήρου στην αναθέτουσα αρχή, τελικά, με την ως άνω απόφαση απόφαση, τροποποιείται ο εν λόγω όρος και προβλέπεται ότι ο ανάδοχος της σύμβασης θα διατηρήσει τα σχετικά δικαιώματα και δεν θα τα μεταβιβάσει στην αναθέτουσα αρχή. Η τροποποίηση του συγκεκριμένου όρου της αρχικής σύμβασης συνιστά ουσιώδη τροποποίηση αυτής, καθώς, εάν ήταν γνωστός εξαρχής, στην προκήρυξη του διαγωνισμού, θα μπορούσε να προσελκύσει και άλλους συμμετέχοντες και εν δυνάμει θα είχε οδηγήσει τη διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα, ήτοι στην αποδοχή άλλης προσφοράς από αυτή που επιλέχθηκε.

Στην υπόθεση CAS Succhi Di Fruta, κρίθηκε ότι η αντικατάσταση, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της αρχικής σύμβασης, του είδους της αμοιβής που είχε προβλεφθεί στη σχετική διακήρυξη συνιστά ουσιώδη τροποποίησης της αρχικής σύμβασης. Ειδικότερα, σε διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προμήθεια συμπυκνωμένων χυμών φρούτων είχε προβλεφθεί ως αμοιβή των αναδόχων των επιμέρους τμημάτων η αμοιβή σε είδος -αντί χρημάτων- και συγκεκριμένα σε μήλα και πορτοκάλια, από τα σχετικά αποθέματα που διατηρούσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των συμβάσεων ορισμένων τμημάτων της διακήρυξης, τροποποιήθηκε ο σχετικός όρος που αφορούσε στο είδος της αμοιβής και προβλέφθηκε η αμοιβή σε ροδάκινα αντί των μήλων ή πορτοκαλιών, όπως προβλεπόταν στη σχετική προκήρυξη του Διαγωνισμού. Υπό το πρίσμα αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι η αντικατάσταση, με απόφαση μεταγενέστερη της αρχικής σύμβασης, του τρόπου πληρωμής, σε σχέση με αυτόν που προβλεπόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού, χωρίς μάλιστα να προβλέπεται η σχετική δυνατότητα στην προκήρυξη, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, καθώς επιφέρει τροποποίηση ουσιώδους όρου της σύμβασης, κατά τρόπο που, εάν είχε περιληφθεί ο εν λόγω όρος, θα είχε παράσχει στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα υποβολής διαφορετικής προσφοράς.
 
Ειδικότερα στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, στις σκέψεις (117-122) αναφέρονται τα κάτωθι:
«Επομένως, εφόσον μια προσφορά που δεν πληροί τους προβλεπόμενους όρους πρέπει, προφανέστατα, να απορρίπτεται, κατά μείζονα λόγο η αναθέτουσα αρχή δεν είναι εξουσιοδοτημένη να αλλοιώνει τη γενική οικονομία του διαγωνισμού τροποποιώντας στη συνέχεια μονομερώς έναν από τους ουσιώδεις όρους του και, ειδικότερα, μια διάταξη που, αν είχε περιληφθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού, θα είχε παράσχει στους υποψηφίους τη δυνατότητα να υποβάλουν ουσιωδώς διαφορετική προσφορά.
Συνεπώς, σε περίπτωση όπως η υπό κρίση, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορούσε μετά τη σύναψη της συμβάσεως και, επιπλέον, με απόφαση το περιεχόμενο της οποίας παρεκκλίνει από τις διατάξεις των προγενέστερα εκδοθέντων κανονισμών, να τροποποιήσει ουσιώδη όρο του διαγωνισμού όπως τον σχετικό με τους τρόπους πληρωμής για τα προϊόντα τα οποία αφορούσε η προμήθεια.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή επιθυμεί, για συγκεκριμένους λόγους, την τροποποίηση ορισμένων όρων του διαγωνισμού μετά την ανακήρυξη του μειοδότη, οφείλει να προβλέπει ρητά την εν λόγω δυνατότητα προσαρμογής, όπως και τους τρόπους εφαρμογής της, στην προκήρυξη του διαγωνισμού που έχει συντάξει και η οποία οριοθετεί το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να διεξαχθεί η διαδικασία, οπότε όλες οι επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να μετάσχουν στον διαγωνισμό το γνωρίζουν εξ αρχής και τελούν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε ισότητα κατά την υποβολή της προσφοράς τους.
Επιπλέον, στην περίπτωση που δεν προβλέπεται ρητά παρόμοια δυνατότητα, αλλά η αναθέτουσα αρχή σκοπεύει, κατά το στάδιο που έπεται της αναθέσεως της συμβάσεως, να αποκλίνει από έναν από τους ουσιώδεις προβλεπόμενους όρους, δεν μπορεί νομίμως να συνεχίσει τη διαδικασία εφαρμόζοντας άλλους όρους από τους αρχικά προβλεφθέντες.
 
Συγκεκριμένα, αν επιτρεπόταν στην αναθέτουσα αρχή να τροποποιεί κατά βούληση και κατά το στάδιο της εκτελέσεως της συμβάσεως τους όρους του διαγωνισμού, χωρίς ρητή εξουσιοδότηση προκύπτουσα από τις σχετικές ισχύουσες διατάξεις, θα αλλοιώνονταν οι αρχικά προβλεφθέντες όροι που διέπουν την ανάθεση της συμβάσεως.
Επιπλέον, μια τέτοια πρακτική θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, εφόσον δεν εξασφαλίζονται η ενιαία εφαρμογή των όρων του διαγωνισμού και η αντικειμενικότητα της διαδικασίας.
Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή, μετά την ανάθεση της συμβάσεως, αντικατέστησε τα προβλεπόμενα στην προκήρυξη του διαγωνισμού φρούτα από άλλα φρούτα ως τρόπο πληρωμής για τα προϊόντα που έπρεπε να προμηθεύσει ο μειοδότης, παρόλο που αυτή η αντικατάσταση φρούτων δεν προβλεπόταν ούτε στην εν λόγω προκήρυξη ούτε στη σχετική κανονιστική ρύθμιση στην οποία στηριζόταν η προκήρυξη.»   (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)
 



2. Αλλαγή οικονομικής ισορροπίας υπέρ του αναδόχου
Η τροποποίηση αλλάζει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαίσιο υπέρ του αναδόχου, κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο.
 
Η αλλαγή της οικονομικής ισορροπίας της αρχικής σύμβασης υπέρ του αναδόχου αποτελεί επίσης συνθήκη που καθιστά την τροποποίηση της σύμβασης ουσιώδη. 
 
Η αλλαγή της οικονομίας της σύμβασης υπέρ του αναδόχου αποτελεί κατάσταση, την οποία ο ενωσιακός νομοθέτης, κατά κανόνα, δεν επιθυμεί, καθώς συνήθως εμφανίζεται με τη μορφή της αύξησης του συμβατικού τιμήματος, χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναδόχου και αποτελεί απόρροια συμπαιγνίας μεταξύ του αναδόχου και της αναθέτουσας αρχής.
 
Προκειμένου η μεταβολή της οικονομικής ισορροπίας της αρχικής σύμβασης υπέρ του αναδόχου να συνιστά μη επιτρεπτή τροποποίηση θα πρέπει να μην είχε προβλεφθεί στην αρχική σύμβαση και να εμφανίζεται για πρώτη φορά με όρους μεταγενέστερους αυτής.
 
Υπό το πρίσμα αυτό, ρήτρα αναθεώρησης των τιμών της αρχικής σύμβασης, η οποία είχε προβλεφθεί ως ρητή, ακριβή και σαφής ρήτρα αναθεώρησης στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης (προκήρυξη, διακήρυξη  κλπ), η οποία πληροί και τις λοιπές σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις, όπως αυτές αναλύθηκαν στην Πρόβλεψη στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης, αποτελεί επιτρεπτή τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, έστω και αν αλλάζει την οικονομική ισορροπία υπέρ του αναδόχου.
 
Επισημαίνεται ότι η αλλαγή της οικονομικής ισορροπίας υπέρ του αναδόχου μπορεί να είναι είτε άμεση είτε έμμεση. Η άμεση συνίσταται σε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου, ήτοι του συμβατικού τιμήματος, ενώ η έμμεση εμφανίζεται με διάφορες μορφές, όπως μείωση φόρου, μείωση κρατήσεων, μη επιτρεπτή κρατική ενίσχυση ή μείωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναδόχου, χωρίς αντίστοιχη μείωση του συμβατικού τιμήματος.
 
Η συγκεκριμένη συνθήκη δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που, με την τροποποίηση των όρων της αρχικής σύμβασης, επέρχεται αλλαγή της οικονομίας της, κατά τρόπο με τον οποίο επωφελείται η αναθέτουσα αρχή και όχι ο ανάδοχος, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση που με νομοθετική ρύθμιση μειώνεται το συμβατικό τίμημα ή στην περίπτωση που με απόφαση της αναθέτουσας αρχής μειώνεται η αμοιβή του αναδόχου ή αυξάνονται οι συμβατικές του υποχρεώσεις, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αμοιβής του.
 
Στο πλαίσιο αυτό στην υπόθεση ‘’Pressetext”, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προβλεπόμενη, σε συμπληρωματική της αρχικής, σύμβαση, ρήτρα μείωσης των τιμών που θα κατέβαλε η αναθέτουσα αρχή στον ανάδοχο της σύμβασης αποτελεί επιτρεπτή ρήτρα, καθώς η εν λόγω μείωση δεν λειτουργεί υπέρ του αναδόχου, αλλά υπέρ της αναθέτουσας αρχής και επιπλέον «…το γεγονός και μόνον ότι η αναθέτουσα αρχή επιτυγχάνει σημαντικότερη μείωση επί ορισμένων εκ των παροχών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως δεν είναι ικανό να επιφέρει στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος δυνητικών διαγωνιζομένων».
 
Περαιτέρω, επιτρεπτές τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης, αν και αλλάζουν την οικονομική ισορροπία της αρχικής σύμβασης υπέρ του αναδόχου αποτελούν οι «ήσσονος αξίας» τροποποιήσεις, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, (βλ. ενότητα Ήσσονος αξίας τροποποιήσεις), καθώς οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι μικρής σχετικά οικονομικής αξίας και δεν ανατρέπουν την οικονομική ισορροπία της σύμβασης σε βαθμό που θα μπορούσε να στρεβλωθεί ή να περιοριστεί ο ανταγωνισμός.
 
Τέλος, επισημαίνεται ότι μικρές σχετικά μεταβολές στην αρχική συμβατική τιμή, οι οποίες οφείλονται σε αντικειμενικούς λόγους, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση μετατροπής του νομίσματος με αντίστοιχη τιμαριθμική προσαρμογή, μπορεί να αποτελούν επιτρεπτές τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο στην υπόθεση «Pressetext”, στην οποία, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι
«.. η μετατροπή σε ευρώ των τιμών που προβλέπει η ισχύουσα σύμβαση μπορεί να συνοδεύεται από προσαρμογή της εσωτερικής τους αξίας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται σύναψη νέας συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η προσαρμογή αυτή είναι ελάχιστη και οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους, ιδίως όταν πρόκειται να διευκολύνει την εκτέλεση της συμβάσεως, απλουστεύοντας π.χ. τις τιμολογήσεις».   (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)

Παραδείγματα
Όρος που περιλαμβάνεται σε συμπληρωματική σύμβαση παροχής υπηρεσιών καθαρισμού, με τον οποίο αυξάνεται η μηνιαία αμοιβή του αναδόχου που είχε προβλεφθεί στην αρχική σύμβαση, από 2.000,00 ευρώ σε 2.500,00 ευρώ, χωρίς τέτοιος όρος αναθεώρησης της τιμής να περιλαμβάνεται στα αρχικά έγγραφα της σύμβασης και χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε άλλου λόγου ή την αντίστοιχη, ενδεχομένως, επέκταση των υποχρεώσεων του αναδόχου, συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, καθώς αλλάζει την οικονομική ισορροπία υπέρ του αναδόχου της σύμβασης, κατά τρόπο, ο οποίος δεν προβλεπόταν στα έγγραφα της αρχικής σύμβασης.

Απόφαση της αναθέτουσας αρχής, με την οποία τροποποιεί αρχική σύμβαση προμήθειας υπολογιστών ως προς τις συμβατικές ποσότητες, ήτοι προβαίνει σε μείωση των ειδών από 30 τεμάχια σε 20, διατηρώντας, ωστόσο, το ίδιο συνολικό συμβατικό τίμημα των 30.000,00 ευρώ, συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, καθώς ο εν λόγω όρος οδηγεί σε έμμεση αύξηση της συμβατικής τιμής κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν στα αρχικά έγγραφα της  σύμβασης.

Απόφαση της αναθέτουσας αρχής, με την οποία μειώνει τη συμβατική αμοιβή του αναδόχου σύμβασης υπηρεσιών μεταφοράς προσφύγων από 200.000,00 ευρώ στις 180.000,00 ευρώ, με ταυτόχρονη διατήρηση όλων των συμβατικών υποχρεώσεων του αναδόχου, ακόμη και αν δεν έχει προβλεφθεί στην προκήρυξη του διαγωνισμού η σχετική δυνατότητα αναθεώρησης της αμοιβής, δεν συνιστά ουσιώδη τροποποίηση, καθώς αλλάζει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης υπέρ της αναθέτουσας αρχής και όχι υπέρ του αναδόχου. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


3. Επέκταση του αντικειμένου της σύμβασης
Η τροποποίηση επεκτείνει σημαντικά το αντικείμενο της σύμβασης ή της συμφωνίας-πλαίσιο
 
Άλλη μία περίπτωση που συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης είναι η «σημαντική» επέκταση του αντικειμένου της, συνθήκη, η οποία, επίσης, έχει αποτυπωθεί στο σκεπτικό της απόφασης ‘’Pressetext” και ειδικότερα στη σκέψη, όπου αναφέρεται: «Ομοίως, τροποποίηση της αρχικής συμβάσεως μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική όταν διευρύνει σημαντικώς το αντικείμενο της συμβάσεως, περιλαμβάνοντας υπηρεσίες που δεν είχαν αρχικώς προβλεφθεί».
 
Τέτοιες περιπτώσεις συντρέχουν όταν με όρους μεταγενέστερους της αρχικής σύμβασης ανατίθενται στον ανάδοχο πρόσθετες υπηρεσίες, έργα ή προμήθειες, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί στην αρχική σύμβαση και με τις οποίες επεκτείνεται σε σημαντικό βαθμό το αντικείμενο της αρχικής σύμβασης, με την επιφύλαξη πάντοτε των επιτρεπτών τροποποιήσεων που αναλύθηκαν εκτενώς στην Ενότητα ΙΙΙ.3 και ιδιαίτερα των συμπληρωματικών έργων, υπηρεσιών ή αγαθών που φαίνεται να παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πάντως, δεν φαίνεται να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διαπίστωση του ουσιώδους ή μη χαρακτήρα της τροποποίησης η επίδραση που άσκησε η επέκταση του αντικειμένου της σύμβασης στην προσέλκυση ενδιαφέροντος και άλλων εν δυνάμει συμμετεχόντων, με την έννοια ότι ακόμη και αν δεν ασκήθηκε τέτοια επίδραση, δηλαδή ακόμη και εάν με την επέκταση του αντικειμένου, κανένας νέος οικονομικός φορέας δεν θα ενδιαφερόταν να συμμετάσχει στη διαδικασία, συντρέχει η συνθήκη της ουσιώδους τροποποίησης, εφόσον η επέκταση του αντικειμένου της σύμβασης είναι σημαντική σε βαθμό.
 
Για παράδειγμα, σε ορισμένες αγορές η αύξηση ακόμη και 100% της αξίας της αρχικής σύμβασης μπορεί να μην άλλαζε τους όρους συμμετοχής, με την έννοια ότι κανένας νέος οικονομικός φορέας δεν θα είχε ενδιαφέρον να υποβάλει προσφορά, παρ’ όλα αυτά η εν λόγω αύξηση της αξίας μπορεί να κριθεί ως ουσιώδης τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, λόγω της έκτασής της.
 
Γενικότερα επισημαίνεται ότι η επέκταση του αντικειμένου της σύμβασης αποτελεί συνθήκη, η οποία κρίνεται ad hoc, με βάση τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά και δεν μπορεί να τεθεί ένας εκ προοιμίου γενικός κανόνας ποιες περιπτώσεις εμπεριέχουν σε σημαντικό βαθμό επέκταση του αντικειμένου της σύμβασης και κατά συνέπεια συνιστούν ουσιώδη τροποποίηση αυτής.
 
Ωστόσο, οι αναθέτουσες αρχές, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ότι όσο μεγαλύτερη σε βαθμό είναι η επέκταση του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν να κριθεί ως ουσιώδης τροποποίηση. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της εν λόγω συνθήκης.
 
Στη νομολογία του Δικαστηρίου θεμελιώδης για την έννοια της ‘’σημαντικής επέκτασης’’ του αντικειμένου  της αρχικής σύμβασης είναι η απόφαση C-160/0856 στην οποία κρίθηκε ότι σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ασθενοφόρων, η ανάθεση στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης πρόσθετων υπηρεσιών αξίας 673.000,00 ευρώ, σε σύγκριση με την αξία της αρχικής σύμβασης ποσού 4.450.000,00 ευρώ, αποτελεί νέα σύμβαση, για την οποία η αναθέτουσα αρχή όφειλε να εκκινήσει νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης. Ως αιτιολογική βάση της κρίσης αυτής, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται μόνο το γεγονός ότι οι πρόσθετες υπηρεσίες υπερέβαιναν σημαντικά τα κατώτατα όρια των Οδηγιών για τις συμβάσεις υπηρεσιών, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε άλλη αναφορά π.χ. στην αλλαγή ενδεχομένως των όρων συμμετοχής εάν είχε προβλεφθεί εξαρχής στην προκήρυξη του διαγωνισμού η ανάθεση των εν λόγω πρόσθετων υπηρεσιών.
 
Τέλος επισημαίνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, οι «ήσσονος αξίας» τροποποιήσεις, αν και εμπεριέχουν επέκταση του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης, αποτελούν επιτρεπτές τροποποιήσεις αυτής, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, (βλ. ενότητα Ήσσονος αξίας τροποποιήσεις), . (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)


4. Μη επιτρεπτή υποκατάσταση αναδόχου
Όταν νέος ανάδοχος υποκαθιστά εκείνον στον οποίο είχε ανατεθεί αρχικώς η σύμβαση σε περιπτώσεις διαφορετικές από τις επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης
 
Στην τελευταία αυτή περίπτωση ουσιώδους τροποποίησης προβλέπεται ρητά ότι οποιαδήποτε άλλη μορφή υποκατάστασης του αναδόχου της αρχικής σύμβασης από άλλο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), πλην των ρητά επιτρεπτών, οι οποίες αποτελούν είτε συνέπεια ολικής ή μερικής διαδοχής λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησης είτε οφείλονται σε ρητή και σαφή ρήτρα αναθεώρησης, συνιστούν ουσιώδη και άρα μη επιτρεπτή τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, για την οποία η αναθέτουσα αρχή οφείλει να εκκινήσει νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)
 
Για τις επιτρεπτές και μη επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης του αναδόχου δείτε την ενότητα  ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (από 08.08.2016) » ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ » ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ  » Υποκατάσταση αναδόχου


ΙΙΙ. Έργα- Μελέτες

Πέραν των διατάξεων του Βιβλίου Ι και ΙΙ του ν. 4412/2016 & 4413/2016, με τις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι αντίστοιχες διατάξεις των Οδηγιών και ρυθμίζουν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οριζόντια και με κοινό τρόπο, ανεξάρτητα από το είδος της σύμβασης (προμηθειών, υπηρεσιών, έργων), ζητήματα τροποποίησης των συμβάσεων, ο εθνικός νομοθέτης έχει συμπεριλάβει στο Βιβλίο Ι του ν.4412/2016 και αμιγώς εθνικές διατάξεις ειδικώς ως προς τις δημόσιες συμβάσεις έργων και ως προς τις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών & παροχής τεχνικών και λοιμών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια:
 
Α.Δημόσιες Συμβάσεις Έργων
 
Ως προς τις δημόσιες συμβάσεις έργων ζητήματα τροποποίησης συμβάσεων περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 155 «Επείγουσες και απρόβλεπτες πρόσθετες εργασίες», 156 «Ειδικά θέματα τροποποιήσεων συμβάσεων κατά τη διάρκειά τους. Αυξομειώσεις εργασιών - Νέες εργασίες», 164 «Υποκατάσταση» και 167 «Πτώχευση, θάνατος».
 
Β.Δημόσιες Συμβάσεις Εκπόνησης Μελετών & Παροχής Τεχνικών Και Λοιμών Συναφών Επιστημονικών Υπηρεσιών
 
Ως προς τις δημόσιες συμβάσεις εκπόνησης μελετών & παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών ζητήματα τροποποίησης συμβάσεων περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 186 «Τροποποίηση σύμβασης κατά τη διάρκειά της» και 195 «Υποκατάσταση του αναδόχου».


Επισημαίνεται ότι οι αναθέτουσες αρχές κατά την εφαρμογή οποιωνδήποτε εθνικών διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν ζητήματα τροποποίησης των συμβάσεων, θα ήταν σκόπιμο να λαμβάνουν υπόψη τους τις διατάξεις των άρθρων 132 του Βιβλίου Ι, 337 του Βιβλίου ΙΙ & 51 του ν. 4413/2016, ανάλογα με το είδος της σύμβασης, καθώς και τη διαμορφωθείσα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω και οδήγησε στη διαμόρφωση των αντίστοιχων διατάξεων των νέων Οδηγιών. (ΕΑΑΔΗΣΥ Οδηγία 22/2017)






Ανά σελίδα
 
 
    ΔήμοςΝΕΤ 2006   :   Όροι χρήσης   :   Προσωπικά δεδομένα
Designed by PenArt   .:banet: powering e-business solutions